Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΟΙΗΣΗ


 Κύκλος

 

                            Ποιητική  συλλογή

Του Βασίλη  Κάση

Πρόλογος

 

Ο ποιητής γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου 1965.

Έζησε τα πρώτα του χρόνια στην Ρόδο, και στην συνεχεία στο Παγκράτι.

Τέλειωσε το Λύκειο Αναβρύτων το 1984, και στην συνέχεια  σπούδασε Προγραμματιστής Ηλεκτρονικών Υπολογιστών.

 

Τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα από Βιώματα και καταστάσεις που τον ερέθισαν να διεκδικήσει μια θέση κάτω από τον ήλιο της τέχνης, έτσι στην Α γυμνάσιου παίρνει το Α Βραβείο σε διαγωνισμό έκθεσης,  και αρχίζει να μελετά από νωρίς ποιητές που τον σημάδεψαν  όπως Ναπολέων Λαπαθιωτης, Καρυωτάκης, Καββαδίας,  Μποντλερ, και διαβάζει  Έκτορα Μαλώ, Καζαντζάκη,  Ερνεστ Χεμινουγαι,  Βαλαωρίτη,  Παλαμάς, Σεφέρη.  Αμαριλλίς.

 

Το ενδιαφέρον του κεντρίζει και η φιλοσοφία.

 

Ταυτόχρονα εκδηλώνει τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις στην μουσική μόλις σε ηλικία 15 ετών στην Αίγλη του Ζαππείου.

Παίρνει το Α Βραβείο τραγουδιού, κα τραγουδάει και στην Πλάκα στο κέντρο Διογένης ( υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση και καθοδήγηση του μαέστρου Ζαχαρία Τσίχλα ). Στην συνέχεια άλλα 2 βραβεία το τελευταίο από τον Γιώργο Οικονομίδη στο Αναψυκτήριο του πεδίου του Άρεως ( 1983 ).

 

Αργότερα θα θητεύσει ως Βοηθός σκηνοθέτη , και θα εμφανιστεί σε ταινίες με του Νίκο Ρίζο,  Μιχάλης Μόσιο, Βλάση Μπονατσο. Σκηνοθεσία Κώστα Καραγιαννη.

 

Παράλληλα  ζωγραφίζει,  και έχει στην κατοχή του μια μικρή συλλογή από πίνακες.

 

Η ποιητική συλλογή Κύκλος έγινε δεκτή σε Δημοτικές Βιβλιοθήκες των Αθηνών.

Αλλά και σε καρδιές αρκετών  αναγνωστών.

 

Ο συγγραφέας αρέσκετε να αναφέρει ότι δεν γράφει ποίηση αλλά έμμετρη περιγραφή συναισθημάτων και βιωματικών καταστάσεων.

Επιμένει στον κύκλο , αγαπημένο σχήμα για τον ίδιο.

 

Ευχαριστώ την Κα Σεφεριαδη  από το Παγκράτι, και την κα Αμαριλλίς.

 

 

 

Αφιερώνω το πόνημα αυτό σε όσους πίστεψαν σε ότι αγάπησαν

 

 

« Νόμιζα ότι τα ήξερα όλα

Μέχρι που αγάπησα ένα Λουλούδι ».

Βασίλης  Κασίς.

 

  

Summer nights Passion

 

Απόψε πάλι ήρθες στον ύπνο μου,

Γλυκιά ύπαρξη της απεραντοσύνης σου

Μυριάδες άνθη στόλιζαν τα στήθια σου

Και φως έλουζε τα υγρά χείλια σου.

 

 

Πονώ μόνος εδώ κάτω

Το όραμα σου με διεγείρει

Πλανιέμαι στην ανυπαρξία

Να βρω αυτό που μας προσμένει

 

 

Κορμί φιλήδονο, φιδίσιο καμωμένο

Νωχελικά σαλεύοντας δίπλα μου γέρνει

Μου δίνει το νέκταρ της ζωής

Και πάλι με ανασταίνει.

 

 

Μα τώρα ξύπνησα , άξαφνα !

-         πολύ  συντετριμμένος  -

χωρίς να ξέρω αν ονειρεύτηκα την ηδονή

ή αν η ηδονή εμένα…

 

 

 

 

Αθήνα  15-6-1982

 

 Κρυστάλλινη  βροχή

 

Σαν τη βροχή που διψάει για χώμα

Που με τόση ορμή το αρπάζει

Και πίνει τους χυμούς της σαν,

Νέκταρ θεϊκό, αδηφάγο, ζωντανό.

 

Και η σταγόνα λατρεύει το λουλούδι

Και εκείνο ανοίγει τα ροδοπέταλα του

Και Φως και χρώμα πλημμυρίζουν τα γύρο

Λες και δεν είναι άλλη νιότη απ τη χαρά της

 

Και η μυρωδιά φτάνει στα ρουθούνια

Και εσύ ασάλευτος θα μένεις να οσφραίνεις

Κάτι θεσπέσια αρώματα της νιότης

Σαν το ανοικτό λουλούδι που προσμένεις

 

Και πάλι θα σαλέψεις στο σκοτάδι

Φως στα ουράνια θα γυρέψεις

Σαν τις σταγόνες της βροχής στο μάγουλο της

Που κάνει ακόμα και το λουλούδι να ζηλέψει.

 

Και μόνος όταν μένεις στο σκοτάδι

Σκιές και ήχους να μετράς

Δεν θα είναι η άνοιξη που σε έκανε να κλάψεις

Αλλά του ερωτά  της η φωτιά…

 

 

 

 

Αθήνα  1-3-1983

 

Αλήθεια

  

Ως την άκρη όπου φτάνει το βλέμμα

Πέρα από την άκρη της απελπισίας

Που το σούρουπο τη νύχτα θα ανταμώσει

Για να αλλάξει της Βάρδιας η σκοπιά.

 

 

Ως την θλίψη που πλανιέται μονάχη

  -  τέτοια  ώρα που γυρνά  ?    -

που κι εμένα θάρθει να ανταμώσει

για να βρούμε μαζί την γιατρειά

 

 

Ως το πλοίο που θα με πάρει

  -  άραγε για πού κινά  ?   - 

ταξίδι θα με πάει στο σκοτάδι

πέρα από τα ήδη,  τα γνωστά

 

Ως πέρα από τον Άδη θα περάσω

Τρανό ποτάμι θα διαβώ

Εκεί θα συναντήσω την αλήθεια

Που τόσα χρόνια καρτερώ.

   1984

  

ΑΝΘΡΩΠΟΣ  και ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ      1986.

  

Περνώντας στο διάβα του χρόνου

Όπου κι ο άνεμος σιωπά

Τίποτα εκεί δεν ανασαίνει

Ούτε και φως στην σκοτεινιά

 

 

Κυλάει στα απέραντα λιβάδια

Σε κάθε πέτρα χαλασμός

Βοή και κρότος ότι αγκίζει

Και στα στήθια του ο καημός

 

Τι να ζητάει εδώ πέρα

Μια στιγμή του αιώνα ,  μια φορά

Ότι αγκίζει μένει

Παντοτινή  κληρονομιά

 

Δημιουργός ο εαυτός του

Και ο Άδης αδελφός

Τίποτα δεν Αφήνει να προσμένει

Φρουρός της Γης ,  Παντοτινός

 

Χαράζει την γη με χάρη

Σαν ποιητής το δειλινό

Με πινελιές κα χρώματα γεμίζει

Κάθε  βήμα του αργό

 

Μα δεν είναι γαλήνη πάνα

Κάτι αλλάζει ξαφνικά

Τον ίσκιο του χαλάει

Και την ανθρωπιά ξεχνά

 

Ακατέργαστο ατσάλι

Χέρια δυνατά χτυπούν

Χαλάνε τα γύρω του

Μέχρι να καταστραφούν

 

Και γαληνή γύρω βασιλεύει

Μαυρίλα του αιώνα,  στα  κλαδιά…

Που απολιθωμένα γέρνουν

Στης γης την αγκαλιά.

 

Το άρωμα της αιωνιότητας κινά

Για άλλα μονοπάτια

Όπου τυπωτά δεν γυρνά

Στα Θανατερά σκοτάδια.

 

 

 Φυγή

   

Τίποτα δεν μένει να χαράξει την μνήμη της ανυπαρξίας μας

Για το δρόμο προς τα λαμπερά λιβάδια των ονείρων μας

Που σαν χαμένοι γυρεύουμε την λύτρωση

                           Άραγε  που  εχάθει   ?      

 

 

 

 

Πυρ και Ύδωρ, και το πεπρωμένο που προσμένει

Και ο χάρος πάλι μόνος μένει να θωρεί

Την άχαρη,  πανούργα ολοκαίνουργη φορεσιά μας….

  

Μα να που οι σκιές χάθηκαν κι απόψε….

Και πάλι σαν χαζός θα χαζεύω

Τον κατάμαυρο καπνό που προβάλει

Από ένα πικρό στόμα, ανοιγμένο……………….

 1  Ιανουαρίου  1987…

 

 Ανάταση .

 

 Και να με εδώ να γράφω αυτά που για χρόνια  ολάκερα δεν ειπώθηκαν , παντοτινά κλεισμένα , στο λεπτό κελύφινο περίβλημα των χρόνων μας. 

Να ήταν όλα τόσο απλά, ως σαν τα πρώτα μας βήματα στην μοκέτα του σπιτιού μας, σαν το πρώτο μας φιλί  κάτω από το δέντρο που πληγώναμε, εσύ και εγώ, τότε στην αρχή της νιότης μας.

Αλλά το ποτήρι της ζωής μας άρχισε να αδειάζει, σταλιά σταλιά, αναδεικνύοντας τα υγρά ακόμα  τοιχώματα , αυτό του τείχους που μας περιβάλει. Νάνε η νύχτα που πάλι δεν με άφησε να κλείσω μάτι ή ανάγκη να γράψω, κάτι ακόμα.

Ακόμα μια γουλιά να μπορέσω να συνδέσω το παζλ της ζωής μας, τι κι αν ήρθαμε μαζί , εγώ πάλι μόνος θα φύγω , έτσι όπως μόνος έφτασα. 

Μνήμες μακρινές απόψε με στοιχειώνουνε , νάνε το χάδι σου που πρώτη φορά  με ανάστησε, εκείνο το βλέμμα που δεν έφτασε ποτέ , και εγώ ακόμα να προσμένω το αναπόφευκτο.

Ακόμα ακούω τα βήματα σου στον διάδρομο να διώχνουν μακριά την σιωπή μας, αυτή που τόσα χρόνια μας εγκλώβισε , εκεί στην άκρη της ζωής μας.

Εσύ και εγώ που τόσο ανόητα φερθήκαμε , και  πικρά λόγια  είπαμε , δες μας τώρα που πλανιόμαστε στο πουθενά χωρίς πυξίδα, και να ελπίζουμε πια , είδες την πληρωμή της αγάπης μας ? τι πήραμε παρά θύμησες μάκρυνες και ανύποπτες.

Μακρινά καλοκαίρια, σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες, με ηλιοβασιλέματα, κάπου στην Σαντορίνη. Σαν να ήτανε ο χρόνος ο ίδιος που μας σταμάτησε από το να προχωράμε γυμνοί πάνω στα βότσαλα, με εκείνη την αύρα που σου ανακάτευε τα αλμυρά μαλλιά σου.

 

Θα σε έπινα , θα σε λάτρευα, σαν το μικρό στρείδι θα κόλλαγα πάνω σου, αλλά εσύ εκεί απόμακρη να αγναντεύεις άλλα ηλιοβασιλέματα, σε δισδιάστατο χορό.

 

Ίσος ακόμα μια γουλιά , να μπορέσω να συνεχίσω.

 

Αλλά εσύ πια τώρα έφυγες, σαν τα χελιδόνια τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου, που αναζητούν νέα φωλιά, κάπου πιο ζεστά , λες και δεν είχες όλη την ζωή μου στα χέρια σου απλωμένη , να σε κυκλώνει , μια ατέλείωτη αγκαλιά τα μάτια σου , και κάπου εκεί μέσα εμείς.

 

Λες η ζωή μας  έκλεισε σαν συμπληγάδες μέσα της και η καθημερινότητα μας αλλοτρίωσε το κάθε μας κύτταρο , αλλά δες τον εαυτό σου στον καθρέυτη και πες μου τι άλλαξε ? πάλι εμείς δεν είμαστε ? τι κι αν όλα γύρω μας αργά αργά καταρρέουν ? εσύ και εγώ αντέξαμε , και δώσαμε στην ζωή μας νόημα, δεν καταπίαμε όλα τα σκουπίδια που απλόχερα μας πρόσφεραν , υποκρίτριες κοινωνίες με μεταξωτούς μανδύες, ζήσαμε και προχωρήσαμε, κάναμε την φωλίτσα μας το απόλυτο βασίλειο μας, και αφήσαμε έξω από τα παράθυρα μας να ουρλιάζουν οι σειρήνες όλη νύχτα που έτρεχαν σαν τρελές.

 

Σε αναζήτησα όλες τις νύχτες που έβρεχε , μονότονα, συνέχεια, σαν ναταν η ίδια η βροχή που τρύπαγε την καρδιά μου και όχι η απουσία σου, νύχτες που μέτραγα τις ρόδες που έσκιζαν τα νερά στο βρεγμένο οδόστρωμα,  αυλακιά πολλά , σαν αυτά που σκάψανε το μέτωπο μου.

 

 

 

Chapter 1                                                                                 σελίδα 2.

 

Ανάταση .

 

 

Αλλά μάταια την σκιά σου έβλεπα ανάμεσα σε καπνούς από πικρά τσιγάρα που κατέβαζα, πόσα κόλπα ο νους μας κάνει, η γεύση σου να πλανιέται παντού , και το ποτήρι σου εκεί γεμάτο , να σε προσμένει.

 

Ο χωρισμός είναι ξεριζωμός, σε σκίζει στα δύο, σε αποξενώνει, τίποτα πια δεν είναι ίδιο, όλα τα χρώματα αλλάζουν γίνονται γκρίζα, ακόμα και το νερό δεν έχει την ίδια γεύση, πονάς , όταν μείνεις μόνος, ακόμα περισσότερο όταν καταλάβεις ότι αυτό που νόμιζες ότι είχες  δεν ήταν δικό σου.

 

Αλλά σήμερα για μας πρέπει να είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μας.

Τι άλλο μπορούμε να περιμένουμε ?  κάθε μας  ξύπνημα μας υπενθυμίζει ότι υπήρξαμε για να υπάρχουμε , και να βαδίζουμε, μπροστά, ανάταση η ζωή μας χρειάζεται να μας πάει ψηλά εκεί που κάποτε πετάγαμε.

 

Ζήσε , αν έζησες, νιώσε , αν ένιωσες και θυμήσου, τις υγρές μας νύχτες που γεμίζαμε με αρώματα την ψυχή μας, και λάμψε σαν τότε που το φως μας σκέπαζε.

 

Ίσος μια να μέρα ανατείλει , και εκεί  κάπου μαζί να ιδωθούμε κάτω από τον ίδιο ήλιο που Θα κοιτάζουμε.

 

 Basilis  – Poetry collection 2003

 

V O R T E X    I

 

Και να με εδώ κλεισμένος στο κελί μου

Αυτό που με τόσο κόπο έχτισα,  να ελπίζω.

Σε αυτό που όλα τα χρόνια σμίλευα

Να σε δω, κι  ας πεθάνω είπα και έφυγα.

 

Οι νότες τις νιότης μου

Μου τρυπάνε τα αυτιά μου

Σαν ήχοι που παντοτινά σώπησαν , αχιβάδες της νύχτας

Σωστέ αυτό που κάποτε αγαπήσατε.

 

Δίνη η μνήμες μου

Αναταράζουν το είναι μου και με συνεπαίρνουν

Αλλά  εγώ εδώ,  εραστής του γαλάζιου,  επιμένω.

Αυτό που με την βία μου άρπαξαν

Μάλλον θα πρέπει να πηγαίνω…

 Poetry by Basilis   Athens 2003

  

Ακόμα ακούω τα  βήματα της επανάστασης

Είναι η νύχτα που έρχεται και χάνεται

Και τι μπορεί να κάνει ένα μικρό παιδάκι

Εκτός από το να παίξει το μικρό του τραμ ?

 

Primavera

 

“ Και μετά άνθησε ένα φύλλο

πράσινο. Λαδί, μεγαλόπρεπο,

και έμεινα εκεί,  εγώ,  μόνος, αποσβολωμένος

να κοιτώ το θάμα ! της φύσης.

Εγώ ο μικρός ο μέγας, το θαύμα.

Να αγναντεύω, μόνος εκεί…

Εγώ κι αυτό.

Το πράσινο, λαδί, μεγαλόπρεπο φύλλο. ”

 



ΚΥΚΛΟΣ   15-6-2003 

 

Τι πιότερο από αυτό που δεν γεύτηκες

Μα ναι , υπάρχω λες για πάντα.

Ότι ζήτησα το γεύτηκα ,

και απάντηση ακόμα δεν πήρα.

Παράξενα τα τερτίπια της ζωής

Σε δρόμους δίχως γυρισμό μας πάνε

Και στο τέλος όταν πίσω μας κοιτάμε

Μόνο αναμνήσεις που περνάνε.

Ότι ζήτησες το έλαβες

Και γι αυτό που δεν γεύτηκες άξιος να δεις δεν ήσουν

Κύκλους κάνει γύρω η μοίρα μας

Ω σαν τα μάτια μας τις νύχτες.


Σκέψεις.

 

Την ώρα που ενώμιζα

Η νύχτα πως πλησιάζει

Βροντή μεγάλη ακούστηκε

Και ο ουρανός , άρχισε να στάζει

 

Μέσα στους δρόμους , στην νυχτιά

Περπάταγα μονάχος

Με συντροφιά το βάσανο

Που μου λάχε , ο σκάρτος.

 

Κι ο ύπνος μ΄απαρνήθηκε

Κι ο θάνατος ακόμη

Τι κι αν ζωές νοστάλγησα

Τι κι αν ζητώ συγγνώμη.

 

Ας πάν να πουν στην μάνα μου

Να μη με περιμένει

Γιατί η ζωή μου ξοδεύτηκε

Σταλιά σταλιά στο αμόνι.

 

 

Μορφέας.

Ο ύπνος είναι θάνατος

Κι ο θάνατος κοιμάται

Μα σαν ξυπνήσει ο δύσμοιρος

Στον ύπνο μου κοιμάται.

-         . –

 

 

Μυστήριο το μυστήριο της Ζωής

Πλανιόμαστε σαν φύλα αιωρούμενα στον χρόνο

Παλαιώνοντας σαν το καλό κόκκινο κρασί

Βαδίζοντας με συντροφιά τον χρόνο.

 

Όλα αρχίζουνε από εκεί που τελειώνουνε

Και εμείς μαριονέτες του πεπρωμένου μας

Υποβολείς και πρωταγωνιστές

Της άπληστης ζωής μας.

 

Κι αν ήρθα , κι αν έφυγα

Το ήμαρ και το πάν δεν γεύτηκα

Όσο κύκλους κάνω α μαθαίνω

Ότι αγάπησα με πλήγωσε

Κι ότι αρνήθηκα , πεθαίνω.

 

Κύκλος

 

 

Κύκλο στον κύκλο γύρισα

Και τίποτα δεν βρήκα

Όσο και αν βαριά ταλαιπωρήθηκα

Αλίμονο, πάλι στην αρχή βγήκα.

 

Ανάποδα τον κύκλο γύρισα

Μήπως τον ξεγελάσω

Αλλά πάλι εκεί που ήμουν βρέθηκα

Μόνος τον κύκλο να προτάξω.

 

Όπου τον κύκλο πάτησα

Τα αχνάρια έσκαψαν τα αυλάκια

Αυτά που χάραξαν το μέτωπο

Αυτά όλα τα μοναχικά βραδάκια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαλλική ωδή

 

Ανυπέρβλητε ονειρευτή των μακρινών μου ταξιδιών εσύ

Συνοδοιπόρε της μοναξιάς μου, και δυνάστη μου

Σε εσένα αφήνομε να ελπίζω, και όσο θα ζω θα σου δίνω

Εκείνες τις χάρες που ονειρεύτηκες παιδί

σαν την πρώιμη νιότη των μικρών μου φαντασιώσεων

 

Φαλλέ μου εσύ, σε ζήλεψα για ότι έκανες για μένα, εσύ

Σαγηνευτή και λαγνολάτρη ισχυρέ κατακτητή

Βία στην βία περπάτησες νωρίς

Και μέσα στον χρόνο με ξεπρόβαλες εσύ

Ως να ήσουνα  η απόλυτη ορμή των επιθυμιών μου.

 

Η άκαρδη

 

Ότι είχα της το χάρισα

Και την καρδιά μου ακόμα

Αλλά η άτιμη δεν χόρτασε

Ζητούσε και την ψυχή μου

Να μου κλέψει από το σώμα.

 

Ότι ήμουν της το έδωσα

Το είναι μου ολόκληρο

Και αφού μαζί μου έπαιξε

Με άφησε να σέρνομαι στο χώμα.

 

Ότι υπήρξα ήμουν για εκείνη

Ότι η ζωή μου επέτρεψε να ζήσω

Ένας κύκλος η ζωή μου όλη

Για να μπορώ να την αγγίξω.

 

Ότι έζησα πια χάθηκε μακριά

Ξεσκίζοντας αργά τα όνειρα μου

Που πίκρα άφησαν στα χείλη μου

Σαν της ορφάνιας στην καρδία μου.

  

 

ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΣΤΙΓΜΗ

 

Αφιερωμένο στον άγνωστο που ξεψύχησε μπροστά μου

Εκείνο το υγρό απόγευμα 27 Αυγούστου 2002 στα Ιωάννινα.

 

Μοναδική στιγμή που έζησα, και πέρασα καθώς προσπέρασα

Μία μόνο στιγμή στην αιωνιότητα, απτή απόδειξη της Ύπαρξης μας

Μια στιγμή που δεν χάθηκε, δεν έσβησε στην θύμηση μου

Σαν να υπήρχε λόγος που την έζησα, την ένιωσα

Και γεύτηκα το χώμα των ματιών μου.

 

Πολλές φορές αναρωτήθηκα, Άραγε εδώ τι να ζητάμε ?

Απάντηση, μέχρι τώρα δεν έλαβα, μόνο κάτι φλύαρες μουτσούνες που γελάνε

Μια υποκρισία η ζωούλα μας, και η αιωνιότητα αυτό που κυνηγάμε

Αφήνουμε πίσω μας το σήμερα, λες και το αύριο μας το χρωστάνε

Πίκρα και γλύκα η γεύση μου. Η πολυτέλεια να μπορείς να γεύεσαι.

 

Μα τώρα εκεί αποσβολωμένος να καρτερώ κι εγώ

Να δω την ψυχή σου να ανατέλλει, να φεύγει με ένα γοργό σκίρτημα

Λες να ΄ναι οι μυς που σε κουνάνε ?

Το αίμα κόκκινο πορφυρό, υπέρλαμπρο κυλάει, και σου λερώνει στερνή φορά

Το άσπρο πουκάμισο που σήμερα το φόρεσες, όλοι να σε κοιτάνε.

 

Κι οι άνθρωποι τριγύρω μαζεύτηκαν, με κύκλους να καρτεράνε

Άραγε ζεις ή πέθανες ?  τόσοι πολλοί να σε ρωτάνε.

Ζηλεύουνε αυτά που δεν μπορούν να δουν.

Μισούνε αυτό που θα περάσουν, γραφτό για όλους μας αυτό

Μα πόσες φορές απεχθανθικες την σκέψη του, ο Θάνατος λες νάνε ?

 

Και εγώ που τόσα έζησα, ακόμα σε θυμάμαι, να μου υπενθυμίζεις ότι έχασα

Και από αυτά που έζησα τι να φοβάμαι.

Και αν ζητήσω να υπάρχω και αύριο, το αύριο εκεί δεν Θάνε .

Μια κι έφυγε πριν έρθει το σήμερα, και το χτες δεν το θυμάμαι.

Μισώ ότι δεν γεύτηκα,  αχ ! πόσα μου είπες χωρίς να μιλάμε.

 

Μια μοναξιά, μόνη γεννήθηκα, μόνη στον χρόνο στριφογυρίζω

Και εσύ και εγώ, αν κάτι αγαπήσαμε, έτσι ξαφνικά μας ξορκίζω

Να ζεις εκεί που πίστεψες, να υπάρχεις σε φως πλημμυρισμένος

Δίχως τα χρώματα που έζησες, εδώ χωρίς αγάπη και μίσος στοιχειωμένος.

Ζήσε πια ότι δεν έζησες, ελεύθερος από τα πρέπει, χωρίς κανόνες, πεθαμένος.

 

Λύτρωσε με πια από τις φοβίες μου, και για όσα θα έρθουν , Λύτρωσε με

Άφησε με πια να δω τον χάροντα, κατάματα , σαν συνταξιδιώτη πέρασε με.

Κι αν έζησα κι αν πέθανα, πια η διαφορά το κάνει ?

Εμπειρίες και λάθη μαζέψαμε, φορτία με τρόμο φορέσαμε

Άραγε τι να μάθαμε από τα λάθη μας, που δεν μας άφησαν στιγμή να μην πονάμε.

 

Στιγμές, μοναδικές, μικρές, ασήμαντες, σημαντικές, όλες μαζί σαν μια ταινία

Ταινία έγχρωμη, με φως και χρώματα, με το μοντάζ ακόμα να περιμένει

Ταινία που τόσα γυρίσαμε, μα που δεν θα την δούμε εμείς, ποτέ τελειωμένοι.

Καλό ταξίδι γνωστέ, άγνωστε, και η όψη του τρόμου στην θύμηση μου.

Και ο τρόμος μόνο πια στα υγρά μάτια μου, με την γαλήνια  μορφή σου

συντροφιά στη ζωή μου. 

Πολύβουες Σκέψεις

 

Ακόμα αργά κυλάει ο χρόνος, καθώς στροβιλίζουν οι σκέψεις μου,

Μόνος και πάλι με συντροφιά τις πολύβουες αναμνήσεις μου.

 

Ήρθα, έζησα και έφυγα, έτσι απλά, μουδιασμένα και ωμά.

Η ζωή μου ποτέ δεν θα είναι πια η ίδια, με την ανάσα σου ζεστή ανάμεσα μου

Πηγή των πηγών μου στέρεψες και έκλεισες, αυτό που πάντα προσμονούσα

Μια σταγόνα, ακόμα μια και ο πάτος υγρός. Άραγε δεν μένει πια εδώ ?

 

Ο χρόνος κυλάει, και το χώμα με φλερτάρει.

Υπάρχω, Υπάρχεις , Υπάρχουμε.

Ένας κύκλος, μια αρχή, ένα τέλος, και ο πόνος εδώ μόνιμος κάτοικος

Τι κι αν άνθησε ένα λουλούδι στην αυλή μας ?

 

Εδώ πάνω είμαι και σας κοιτάω από ψηλά, ασημαντότητες μιας ασυμβατότητας

Γιατί να μην καταλαβαίνουμε αυτό που όσο ζούμε κατέχουμε ?

Θα μιλήσω για μας, για σένα, ουρλιάζω, και εσύ φεύγεις.

Αγάπη, έρωτας , ζωή αναπνοή μου, φεύγω μια και καλή.

Άραγε ζούμε την ζωή μας ή της άλλη ζωή μιας αιωνιότητας ?

Ελπίζω, πιστεύω, καίγομαι.

 

Θα πάψω να υπάρχω, θα κρυφτώ από το φως

Σκεπάστε με μαύρα πέπλα το βλέμμα μου, ότι βλέπω με πληγώνει

Δυο τρύπες σκοτεινές τα μάτια μου

Σκιές με προσπερνάνε, σκιές κρύες και βουβές.

 

Πάψτε πια τα τύμπανα, το στρίγκλισμα αυτό, ναι αυτό το ουρλιαχτό

Τι άλλο να δώσω , τι ? ζητάω την λύτρωση την λευτεριά

Ναι φίλε μου, ακόμα και ο πάτος του βαρελιού έχει το άνω και κάτω μέρος

Και τώρα είμαστε στο κάτω…

  

Στον φίλο μου, Νίκο Καββαδία – Αργοστόλι – Ενταύθα.

 

 

Αχ φίλε Νίκο να’ ξέρες, στα μέσα μου τι κρύβω

Πολλά τα χρόνια φίλε μου, κι εγώ τι θ’ απογίνω

Αν μια στιγμή το πίστευα, πως μόνος μου θα μείνω

Πάλι μαζί σου θα έφευγα , για πάντα στο Λονδίνο.

 

Οι ορίζοντες που μου ΄έταξες, δεν έφτασαν

Εκείνοι, οι παλιοί, μονίμως να αποπλέουν

Και συ που τόσα μου εξιστόρησες σε μια νύχτα

Όνειρα αλίμονο των ονειροπαρμένων.

 

Τι πιο μάταιο Νίκο μου, από την ματαιότητα

Ενός ταξιδιού που ποτέ σου δεν έζησες

Κι αυτούς που πίσω άφησες ξανά

Σαν από τον θάνατο γυρνάνε  ζητώντας, όσα εσύ τους έταξες.

 

Το κορμί μου πια βαρύ, και ο καφές ζεστός, δυνατός

Κι από το φινιστρίνι μου, βουβά, τα κύματα ουρλιάζουν

Για αγάπες που δεν ζήσαμε. Θυμάσαι ? εσύ είπες ότι όλα αλλάζουν

Σαν τον καπνό από το άφιλτρο, κύκλους τα σύννεφα να κάνουν.

 

Πάλεψε γι αυτά που δεν τόλμησες ποτέ, θυμάσαι ?

Εκείνες τις « θολές γραμμές των οριζόντων» ? φίλε μου Νίκο

Νύχτα σε αποχαιρέτισα, χωρίς φεγγάρι στο Αργοστόλι

Και ήταν θολά τα όνειρα μας, των απόκληρων αυτής της γης.

 

Σαν σε δω πάλι, νύχτα θα είναι, και πάλι νύχτα

Με κάπα βαριά, και την αλμυρά στα χείλη μου

Με φύκια ολόχρυσα σκεπασμένα, τα ασημένια σου μαλλιά

Και τα δυο μάτια σου, άγκυρες στο πέλαγος.

 

-         . –

 

  

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ            17-5-2006 

 

ΚΑΙ ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΩ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΩ ΠΙΑ

ΑΛΙΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΑ ?

ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΚΙ ΑΥΤΗ ΘΟΛΗ

ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΗΣ ΩΡΑΣ

 

ΚΑΙ ΕΓΩ ΘΑ ΦΥΓΩ, ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ

ΑΠΛΑ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑ, ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΟΣ

ΕΚΛΑΨΑ ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΕΙΔΑ

ΚΛΑΨΑΤΕ ΟΤΑΝ ΜΕ ΕΙΔΑΤΕ

 

ΗΡΕΜΑ, ΑΠΛΑ, ΜΟΝΑΧΙΚΑ, ΘΛΙΜΜΕΝΑ

ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΑΣ

ΚΑΙ ΣΥΝΑΘΡΟΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΒΟΥΛΟΙ ΟΛΩΝ ΜΑΣ

ΓΙΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΚΡΙΝΟ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΑΤΑΙΑ ΘΑ ΑΦΗΣΩ ΠΙΣΩ ΜΟΥ

ΟΤΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΕΙΧΑ ΠΑΝΤΑ

ΚΑΡΠΟΙ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΣΑΣ

ΚΑΙ ΕΓΩ ΜΙΑ ΤΑΜΠΕΛΑ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ

 

ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ , ΧΑΡΟΝΤΑ

ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΔΥΝΑΣΤΗ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΩΝ ΜΟΥ

ΣΕ ΛΑΤΡΕΨΑ ΟΠΟΣ ΣΕ ΕΝΙΩΣΑ

ΛΥΤΡΩΤΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: